ἀκήν

ἀκή
point
fem acc sg (attic epic ionic)
ἀκήν
softly
indeclform (adverb)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ακήν — ἀκὴν (Α) (αιτ. τού ἀκὴ ΙΙ*) (ως επίρρ.) αθόρυβα, σιωπηλά …   Dictionary of Greek

  • ἀκῆν — ἀκέω pres inf act (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄκην — Ἄκης masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκην — ἄκος cure neut acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • GENETES — portus et fluv. Arrian. Steph. unde Genetaeum prom. in quo templum fuit Hospitalis Iovis, quem Xenion vocant. Steph. Val. Flacc. Argon. l. 5. v. 147. Inde genetaei rupes Iovis: Apollon. Τοὺς δὲ μετ᾿ αὐτίκ᾿ ἔπειτα Γενηταίου Διὸς ἄκην Γνάμψαντες,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ακή — (I) ἀκὴ, η (Α) αιχμή. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ἀκὴ ανάγεται στη ΙΕ ρίζα *ακ που σήμαινε «οξύς, αιχμηρός, κοφτερός». Με την ίδια ρίζα συνδέονται πολλές λέξεις τής Ελληνικής, όπως ἄκρος, ἄκων, ἀκόντιον, ἀκμή, ἀκόνη κ.ά. Αντίθετα προς τη λ. ἀκή, που σώθηκε… …   Dictionary of Greek

  • κρατερός — I (; – 321 π.Χ.). Μακεδόνας στρατηγός. Αφού διέπρεψε ως διοικητής μονάδων στις μάχες του Γρανικού (334 π.Χ.) και της Ισσού (333), στην πολιορκία της Τύρου (332), στη μάχη των Γαυγαμήλων (331) και στην εισβολή στην Υρκανία (330), έγινε ο πιο… …   Dictionary of Greek

  • sēk-3 —     sēk 3     English meaning: quiet, lazy     Deutsche Übersetzung: “nachlassen, träge, ruhig”     Material: Gk. Hom. ἦκα ‘still, leise, sacht, weak, slow”, ἤκιστος “langsamster”, Att. ἥκιστα “am wenigsten, gar nicht”, Hom. ἥσσων, Att. ἥττων… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.